Εγγραφή

 

Οι άθλοι

 

 

 Ο Θησέας είναι ο κατεξοχήν ήρωας της Αθήνας, κατέχοντας την αντίστοιχη θέση στους Ίωνες που έχει ο Ηρακλής στους Δωριείς. Οι δώδεκα άθλοι του Θησέα, ισάριθμοι με εκείνους του Ηρακλή για πολιτικούς λόγους προκειμένου οι Αθηναίοι να μην υστερούν έναντι των Δωριέων ανταγωνιστών τους ... έχουν προφανώς και πολιτικοστρατιωτική ερμηνεία. Μετά από όλες αυτές τις δοκιμασίες έφτασε στην Αθήνα, για να συναντήσει τον πατέρα του μέσα από διάφορες δυσκολίες. Η φήμη του και οι επιτυχίες του έγιναν τόσο μεγάλες, που απέκτησαν μυθικές διαστάσεις...

 

 

 

 

 

Άθλος 1    

Περιφήτης

Από την Τροιζήνα προς την Αθήνα μπορούσε να ταξιδέψει κανείς από τη θάλασσα όσο και από τη στεριά. Η Αίθρα και ο Πιτθέας προσπαθούσαν μάταια να πείσουν τον Θησέα να ακολουθήσει τον ασφαλή θαλάσσιο δρόμο. Εκείνος γνωρίζοντας τους κινδύνους, θεωρούσε ότι θα ήταν ντροπιαστικό να ακολουθήσει τον εύκολο δρόμο, ενώ του δινόταν μια θαυμάσια ευκαιρία να αποδείξει την ανδρεία του.

Εκείνο τον καιρό στο δρόμο που ένωνε την Πελοπόννησο με την Αττική σύχναζαν πολλοί κακοποιοί που λήστευαν και σκότωναν τους ανυποψίαστους ταξιδιώτες.

Ο Ηρακλής δεν μπορούσε να εγγυηθεί την ασφάλεια των περαστικών, αφού και ο ίδιος ήταν αιχμάλωτος στη Λυδία, όπου τον είχε οδηγήσει μια από τις πολλές του περιπέτειες. Χωρίς, λοιπόν, την παρουσία αυτού του γενναίου τιμωρού, οι κακοποιοί της περιοχής είχαν ξαναβρεί τα παλιά τους λημέρια και έκαναν τις επιθέσεις τους ανενόχλητοι. Ο Θησέας, λοιπόν, πηγαίνοντας στην Αθήνα χρειάστηκε να έρθει αντιμέτωπος με ένα σωρό δυσκολίες και εμπόδια.

Ο πρώτος αντίπαλος στο δρόμο του ήταν ο Περιφήτης, γιος του Ηφαίστου του θεού της φωτιάς και των μετάλλων, τον οποίο συνάντησε στην Επίδαυρο. Γνωστός και με το παρατσούκλι «ο άνθρωπος με το ρόπαλο». Ο πατέρας του, όταν ο Περιφήτης ήταν ακόμα μικρός, του είχε δωρίσει ένα σιδερένιο ρόπαλο, αλλά εκείνος, όταν μεγάλωσε, αντί να το χρησιμοποιεί για να προστατεύει τους αδυνάτους, το είχε μετατρέψει  σε όπλο και με αυτό λήστευε τους ταξιδιώτες. Κρυβόταν στους θάμνους στην άκρη του δρόμου και, μόλις έβλεπε κάποιο μοναχικό διαβάτη, πεταγόταν από την κρυψώνα του, του έπαιρνε με τη βία καθετί πολύτιμο και μετά, χτυπώντας τον με το σιδερένιο ρόπαλο, τον σκότωνε. Ο Θησέας ήρθε αντιμέτωπος με το ληστή και τον σκότωσε παίρνοντας μαζί του και το πελώριο σιδερένιο ρόπαλό του.
Αυτός ο σχεδόν θεϊκός αντίπαλος λεγόταν και Κορυνήτης, καθώς χρησιμοποιούσε για όπλο του ένα σιδερένιο ρόπαλο (κορύνα) που του είχε χαρίσει ο πατέρας του. Το όνομα «Περιφήτης» που σημαίνει «ο περιώνυμος» ταιριάζει, κατά τον Κερένυϊ, στον άρχοντα του Κάτω Κόσμου. Πράγματι όλοι οι κίνδυνοι που βρέθηκαν στο δρόμο του Θησέα ουσιαστικά προσωποποιούν συνεχόμενες αναμετρήσεις με το υποχθόνιο στοιχείο, δίνοντας την αίσθηση μίας μυητικής εμπειρίας του ήρωα. Ο Θησέας βγήκε νικητής από την πρώτη του σύγκρουση με τις χθόνιες δυνάμεις σκοτώνοντας τον Περιφήτη με το ίδιο του το ρόπαλο, το οποίο και πήρε στη συνέχεια μιμούμενος τον Ηρακλή που πήρε το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας. Σε συμβολικό επίπεδο απορρόφησε τη δύναμή του και συνέχισε το δρόμο του ισχυρότερος.



Άθλος 2 

Φαιά

Όσο βρισκόταν ακόμη σε κορινθιακό έδαφος και συγκεκριμένα στην περιοχή που ονομαζόταν Κρομμυών, ο Θησέας ήρθε αντιμέτωπος με ένα τρομερό θηρίο, τέκνο του Τυφώνα και της Έχιδνας, την γουρούνα Φαιά. Όπως υποδεικνύει και το όνομά της που σημαίνει «σκοτεινή», επρόκειτο για ένα ον του Κάτω Κόσμου (θηλυκούς χοίρους θυσίαζαν προς τιμήν της Δήμητρας και της Κόρης στα Ελευσίνια Μυστήρια). Η καταγωγή του, εξάλλου, δηλώνει περισσότερο μία χθόνια στοιχειακή δύναμη παρά ένα κοινό ζώο. Η Φαιά ήταν μητέρα του Καλυδώνιου και του Ερυμάνθιου κάπρου.

 

Άθλος 3   

Σίνης ο βασανιστής

Ο επόμενος σταθμός του Θησέα ήταν στον Ισθμό της Κορίνθου, όπου και εξόντωσε τον Σίνη τον επονομαζόμενο Πιτυοκάμπτη, γιο του Ποσειδώνα ή του Πολυπήμονος (πιθανώς άλλη μία προσωνυμία του Άδη). Ο Σίνης όφειλε το παρατσούκλι του στη συνήθειά του να εξολοθρεύει τους άτυχους διαβάτες δένοντάς τους σε δύο γειτονικά πεύκα, τα οποία αφού πρώτα είχε λυγίσει, άφηνε να επανέλθουν στην αρχική τους θέση με αποτέλεσμα να ξεσχίζονται τα σώματά τους. Και αυτόν ο Θησέας πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα.

 

Άθλος 4 

Προκρούστης

Πριν φτάσει στην Αθήνα στην περιοχή του Ερινεού, όπου έλαβε χώρα η αρπαγή της Περσεφόνης από τον Άδη και φύτρωνε η ιερή για τα ελευσίνια μυστήρια αγριοσυκιά (Ερινεός = αγριοσυκιά) ήταν ο Δαμάστης, ο οποίος από τον τρόπο με τον οποίο βασάνιζε τα θύματα του είχε το παρατσούκλι «Προκρούστης», που σημαίνει εκείνος που τεντώνει. Αυτός είχε δύο κρεβάτια, ένα κοντό και ένα μακρύ. Ανάγκαζε, λοιπόν, τους ταξιδιώτες να ξαπλώνουν στο ένα κρεβάτι και ύστερα προσπαθούσε να τους φέρει στα μέτρα του κρεβατιού. Αν ο άτυχος άνθρωπος ήταν πιο ψηλός, ο Προκρούστης πριόνιζε τα άκρα του, ενώ, αν ήταν πιο κοντός, έδενε στα άκρα του βάρη και τα τραβούσε για να μακρύνουν. Τέλος σκότωνε τα θύματα του με ένα σφυρί. Ο Προκρούστης αρέσκονταν να θανατώνει τους διαβάτες προσπαθώντας να τους ταιριάξει στο αποτρόπαιο κρεβάτι του είτε τεντώνοντάς τους είτε κόβοντας τα μέλη που προεξείχαν. Ο Θησέας τον ανάγκασε να ξαπλώσει σ’ αυτό το κρεβάτι όπου δοκίμασε τον ίδιο φρικτό θάνατο που μέχρι πρότινος χάριζε στους άλλους. Ο Θησέας αποφάσισε, όπως έκανε και με τους άλλους κακοποιούς, να σκοτώσει τον Προκρούστη με τον ίδιο τρόπο που σκότωνε κι εκείνος τα θύματα του. Έτσι, ο Δαμάστης δοκίμασε τον πόνο που ο ίδιος είχε προκαλέσει σε τόσους άλλους αθώους ανθρώπους.

 

Άθλος 5  Ο Θησέας σκοτώνει τον Σκίρωνα στις Σκιρωνίδες Πέτρες, Κύλιξ 450 π.Χ.          

Σκίρωνας     

Την επόμενή του στάση – και, ίσως, την πιο επικίνδυνη – την έκανε στις «Σκιρωνίδες Πέτρες», εκεί που βρίσκεται σήμερα η Κακιά Σκάλα, κοντά στα Μέγαρα. Εκεί, τον δρόμο αποτελούσε ένα θεόστενο μονοπατάκι, κατασκευασμένο ίσα να χωρεί μόνο ένα ταξιδιώτη. Τα βουνά κυριαρχούσε ο Σκίρωνας, γιος του Κορίνθου και εγγονός του Πέλοπα, που υποχρέωνε τους περαστικούς να σκύψουν να του πλύνουν τα πόδια. Μόλις κόντευαν να τελειώσουν, τους έδινε μια κλωτσιά και έπεφταν στην παραλία, την οποία κυρίευε μια τεράστια σαρκοφάγα χελώνα, που καταβρόχθιζε με μανία τους περαστικούς που της έριχνε ο Σκίρωνας. Ο Θησέας πλήρωσε το Σκίρωνα με το ίδιο νόμισμα, ενώ αργότερα κατέβηκε στην παραλία και σκότωσε τη χελώνα. Το καβούκι της το έκανε ασπίδα.
 

Ο Θησέας σκοτώνει τον Σκίρωνα στις Σκιρωνίδες Πέτρες, Κύλιξ 450 π.Χ.
 
 
 
Ο Θησέας σκοτώνει τον Σκίρωνα στις Σκιρωνίδες Πέτρες, Κύλιξ 450 π.Χ.

 

                                                                                                                    

Άθλος 6       

Κερκύων

 

Ο Θησέας παλεύει με των Κερκύων, Κυλίξ 5ος αιώνας π.Χ.


 

Στην ιερή Ελευσίνα ο Θησέας συνάντησε άλλη μία χθόνια στοιχειακή οντότητα, τον Κερκυόνα. Κερκυών σημαίνει «αυτός που έχει ουρά» και ίσως επρόκειτο για ένα πλάσμα αντίστοιχο με τον Κέκροπα που ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι. Ο Κερκυών προκαλούσε τους ξένους σε έναν αγώνα πάλης και τους έπνιγε με ένα θανατηφόρο αγκάλιασμα. Νικήθηκε και αυτός από τον νεαρό Θησέα και μάλιστα, σύμφωνα με μία διήγηση, παρουσία της θεάς Δήμητρας.  Παρά τη θαυμαστή ικανότητα του Κερκύονα στην πάλη, ο Θησέας κατάφερε να αποκρούσει τα χτυπήματα του και με τα δυνατά του χέρια σήκωσε το μεγαλόσωμο άνδρα στον αέρα, τον πέταξε με δύναμη στο χώμα και τον σκότωσε.


Άθλος 7

Ο ταύρος του Μαραθώνα

Ο Θησέας πέρασε τα νεανικά του χρόνια στην Αθήνα, όπου δεν του έλειπαν οι ευκαιρίες να αποδείξει το μεγάλο θάρρος και την ανδρεία του. Δύο από τα ονομαστά του κατορθώματα σχετίζονταν με δύο ταύρους.
Ο πρώτος από τους ταύρους αυτούς τριγύριζε στην περιοχή του Μαραθώνα. Ήταν ο ίδιος ταύρος που κάποια χρόνια πριν είχε φέρει ο Ηρακλής από την Κρήτη έχοντας πραγματοποιήσει έναν από τους φημισμένους άθλους του. Ο τιμημένος ήρωας είχε εμπιστευτεί αυτό το ζώο στον Ευρυσθέα, ο οποίος, όμως, δεν είχε γυρίσει ούτε καν να το κοιτάξει. Τότε ο Ηρακλής, βαθιά απογοητευμένος από την αγνωμοσύνη του βασιλιά, είχε σπάσει τις αλυσίδες του ζώου και το είχε αφήσει να τρέξει ελεύθερο έξω από τα τείχη των Μυκηνών. Αυτό, όμως, δεν ήταν καλή ιδέα, γιατί ο ταύρος ήταν άγριος από τη μύτη του έβγαιναν φλόγες, κατέστρεφε τις σοδειές και σκότωνε όποιον άτυχο χωρικό συναντούσε στο δρόμο του.

Ο Θησέας, όμως, δε λύγισε μπροστά στην τρομακτική όψη του θηρίου.


Έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα, έβαλε τα δάχτυλα των ποδιών του στη μύτη του ζώου για να μην τον κάψουν οι φλόγες και ανάγκασε τον ταύρο να γονατίσει στα μπροστινά του πόδια. Όταν το ζώο ηρέμησε, το έδεσε με ένα χοντρό σχοινί και, τραβώντας το από το λαιμό, το οδήγησε στην Αθήνα, όπου και το πρόσφερε θυσία στον Απόλλωνα. Οι κάτοικοι της πόλης ενθουσιάστηκαν όταν άκουσαν τα νέα για την αιχμαλωσία του ταύρου. Η χαρά τους ήταν διπλή. Πρώτον, ήταν πλέον ελεύθεροι να περπατούν στα χωράφια τους χωρίς το φόβο μιας επίθεσης από το μανιασμένο ταύρο και, δεύτερον, είχαν πλέον εκδικηθεί τον άνθρωπο που είχε προκαλέσει ένα τόσο μεγάλο κακό στην πόλη τους. Γιατί πρέπει να πούμε πως λίγα χρόνια πριν ο Αιγέας είχε διατάξει τον Ανδρόγεο, έναν από τους γιους του Μίνωα, του βασιλιά της Κρήτης, να αντιμετωπίσει τον ταύρο. Ο Ανδρόγεος, που ήταν θαρραλέος και δυνατός, είχε υπακούσει στη διαταγή του Αιγέα, αλλά ήταν ακόμα πολύ νέος και άπειρος στη μάχη. Όταν, λοιπόν, βρέθηκε αντιμέτωπος με το θηρίο, δεν πρόλαβε να αμυνθεί και σκοτώθηκε από τα μυτερά κέρατα του ζώου. Όταν ο Μίνωας έμαθε για το χαμό του γιου του, κατηγόρησε τον Αιγέα και θεώρησε ότι εκείνος έφταιγε που έστειλε μόνο του το νεαρό παιδί ενάντια στο τεράστιο θηρίο.

«Την κατάρα μου να έχεις, Αιγέα» είχε βροντοφωνάξει ο θλιμμένος βασιλιάς. «Θα κηρύξω πόλεμο στην πόλη σου και δε θα σταματήσω μέχρι να την ισοπεδώσω». Η πολιορκία της Αθήνας κράτησε πολύ καιρό και οι κάτοικοι της πέθαιναν αργά και βασανιστικά από την πείνα και τις αρρώστιες. Τελικά ο βασιλιάς της Αθήνας αναγκάστηκε να παραδοθεί και να δώσει στο Βασιλιά της Κρήτης ό,τι του ζητούσε. Έτσι, οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να πληρώνουν κάθε εννιά χρόνια στο Μίνωα ένα φρικτό φόρο: έπρεπε να στέλνουν στην Κρήτη επτά νέα παλικάρια και επτά νεαρές κοπέλες με τα οποία τρεφόταν ο Μινώταυρος, το ανθρωποφάγο τέρας που ο Μίνωας κρατούσε φυλακισμένο στο Λαβύρινθο, στην Κνωσό.

Άθλος 8
Μινώταυρος

Ο Θησέας φονεύει τον Μινώταυρο      1843, χάλκινο γλυπτό από τον Antoine-Louis B

                                                                                                                                                                             

Μερικά χρόνια πριν φτάσει ο Θησέας στην Αθήνα, οι Αθηναίοι γιόρταζαν για να τιμήσουν την Αθηνά κι έκαναν αγώνες. Στους αγώνες πήρε μέρος κι ο γιος του Μίνωα, του βασιλιά της Κρήτης. Νίκησε σ’ όλα τ’ αγωνίσματα και γι' αυτό ο Αιγέας τον διέταξε να αντιμετωπίσει τον ταύρο του Μαραθώνα. Ο γιος του Μίνωα σκοτώθηκε από τον ταύρο και ο Μίνωας ήρθε µε πολλά καράβια και πολιόρκησε την Αθήνα. Νίκησε τους Αθηναίους και τους ανάγκασε να του πληρώνουν φόρο. Κάθε χρόνο έπρεπε να του στέλνουν επτά νέες κι επτά νέους για να τους τρώει ο Μινώταυρος.

Ο Μινώταυρος ήταν ένα τέρας µε κεφάλι ταύρου και σώµα ανθρώπινο. Γιος της Πασιφάης, γυναίκας του Μίνωα, και ενός ταύρου, τον οποίο ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας, τον είχε βγάλει από τη θάλασσα και τον είχε δωρίσει στο βασιλιά της Κρήτης. Ο Μινώταυρος, που γεννήθηκε από μια αφύσικη σχέση, είχε σώμα ανθρώπου και κεφάλι ταύρου. Ο Μίνωας ντρεπόταν πολύ για τη γέννηση αυτού του τέρατος και αποφάσισε να το φυλακίσει μέσα σ’ ένα παλάτι από το οποίο δε θα μπορούσε να βγει ποτέ. Ζούσε κλεισµένος στο λαβύρινθο, στο υπόγειο του παλατιού του Μίνωα, που τον είχε φτιάξει ο Αθηναίος Δαίδαλος. Είχε τόσους πολλούς διαδρόµους και δωµάτια που κανένας ποτέ δεν είχε καταφέρει να βγει από εκεί.

Όταν έφτασε ο Θησέας στην Αθήνα, για τρίτη χρονιά οι Αθηναίοι έπρεπε να στείλουν τα παιδιά τους στην Κρήτη και σε όλη την πόλη ακούγονταν θρήνοι και κλάματα. Ο Θησέας αποφάσισε να πάει κι εκείνος μαζί τους για να σκοτώσει το Μινώταυρο. Στο λιµάνι του Φαλήρου τους αποχαιρέτησαν όλοι κλαίγοντας. Έβαλαν στο καράβι μαύρα πανιά κι ο βασιλιάς Αιγέας τους παρακάλεσε, αν γύριζαν ζωντανοί, να βάλουν πανιά άσπρα.

Το καράβι έφτασε στην Κρήτη. Εκεί ο Θησέας γνώρισε την κόρη του Μίνωα, την Αριάδνη. Θαµπωµένη η νέα από την οµορφιά του Θησέα θέλησε να τον βοηθήσει. Γι’ αυτό του έδωσε ένα κουβάρι νήµα, το μίτο, και τον συµβούλευσε να δέσει την άκρη του στην είσοδο του λαβύρινθου και να το ξετυλίγει. Ο Θησέας μπήκε µε θάρρος στο λαβύρινθο κι έψαχνε το Μινώταυρο, ξετυλίγοντας το κουβάρι. Κάποια στιγµή άκουσε το άγριο μουγκρητό του. Όταν συναντήθηκαν, πάλεψαν σκληρά. Ο Θησέας σκότωσε το φοβερό τέρας µε το σπαθί του και βγήκε απ’ το λαβύρινθο µαζεύοντας το νήμα. Στην είσοδο τον υποδέχτηκαν οι νέοι της Αθήνας µε δάκρυα χαράς και ανακούφισης.

Μόλις έφτασαν στο λιμάνι, ο Θησέας με τους άντρες του ανέβηκαν στο πλοίο και πήραν το δρόμο της επιστροφής από την Κνωσό για την Αθήνα. Όπως είχε υποσχεθεί, ο Θησέας ήθελε να πάρει μαζί του την Αριάδνη, για να την κάνει γυναίκα του όταν πια θα έφταναν στην Αθήνα. Όταν το πλοίο τους ξεκίνησε το ταξίδι προς την Αθήνα, ήταν ήδη σούρουπο, όμως συνέχισαν χωρίς σταμάτημα μέχρι που νύχτωσε. Τότε, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη στα ναυτικά ταξίδια, αποφάσισαν να βρουν ένα μέρος για να περάσουν τη νύχτα. Το πιο κοντινό νησί ήταν η Νάξος. Μόλις, λοιπόν, βρήκαν ένα βολικό όρμο, άραξαν το πλοίο και βγήκαν στην παραλία για να κοιμηθούν, έτοιμοι να σαλπάρουν με το πρώτο φως του ήλιου. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, στο όνειρο του Θησέα εμφανίστηκε ο Διόνυσος. «Η Αριάδνη είναι δική μου και μόνο δική μου» του είπε ο θεός. «Την αγάπησα από την πρώτη στιγμή που την είδα και είναι γραφτό να γίνει γυναίκα μου. Δέξου το και άφησε τη σε αυτό εδώ το νησί. Διαφορετικά, οι σύντροφοί σου δεν πρόκειται να ξαναδούν ποτέ τις ακτές της Αττικής». 

Ο Θησέας, σύμφωνα με το μύθο, εγκατέλειψε την Αριάδνη στην Νάξο, για χάρη του θεού Διόνυσου  και από εκεί την απήγαγε ο Διόνυσος υπό μορφή πάνθηρα, όπως ο Δίας που μεταμορφώθηκε σε ταύρο, για να απαγάγει την Ευρώπη.










Ο Θησέας ξύπνησε τρομαγμένος από το παράξενο όνειρο και έβγαλε το σπαθί του έτοιμος να παλέψει με τον άνδρα που είχε δει μπροστά του. Γρήγορα, όμως, κατάλαβε πως δεν υπήρχε κανείς γύρω του και πως όλα αυτά ήταν απλώς ένα όνειρο. Είχε καταλάβει πως έπρεπε να υποταχθεί στη θέληση του θεού. Έτσι, με βαριά καρδιά, ξύπνησε όσο πιο ήρεμα μπορούσε τους συντρόφους του και χωρίς τον παραμικρό θόρυβο ανέβηκαν όλοι στο πλοίο και σάλπαραν για την Αθήνα. Η Αριάδνη, σύμφωνα με το θέλημα του Διόνυσου, συνέχιζε τον ύπνο της στην παραλία. Όταν η κοπέλα ξύπνησε, ο Διόνυσος βρισκόταν δίπλα της με όλη του την ακολουθία στο πλευρό του. Με λόγια τρυφερά της εξομολογήθηκε τον ερωτά του: «Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, ήξερα πως είσαι η γυναίκα της ζωής μου. Παντρέψου με κι εγώ θα σε κάνω θεά μου!». Η Αριάδνη δέχτηκε και εκείνος την έκανε αθάνατη.





 

Ο Θησέας συνέχισε το ταξίδι του προς την Αθήνα και έφτασε στη Δήλο. Εκεί αφιέρωσε στον Απόλλωνα το ξόανο της Αφροδίτης που του είχε δώσει η Αριάδνη. Στη Δήλο λατρεύτηκε ως Αγνή Αφροδίτη. Αφού θυσίασε στον θεό, ο Θησέας χόρεψε με τους Αθηναίους νέους γύρω από τον Κερατώνα βωμό (που ήταν φτιαγμένος μόνο από αριστερά κέρατα!) έναν χορό που οι Δήλιοι ονόμασαν γέρανο. Ο χορός αυτός αποτελούσε μιμητική αναπαράσταση της σπειροειδούς διαδρομής του Λαβυρίνθου και ίσως να ήταν η ίδια η Αριάδνη που τον είχε πρωτοδιδάξει στον Θησέα. Αναχωρώντας από την Δήλο κατευθύνθηκαν επιτέλους προς την Αθήνα. Εξαιτίας της μεγάλης τους χαράς για την σωτηρία των νέων και την απαλλαγή της Αθήνας από τον φρικτό φόρο αίματος ή εξαιτίας της γενικής θλίψης που επικρατούσε μετά την απώλεια της Αριάδνης, ο Θησέας και οι σύντροφοί του ξέχασαν να αντικαταστήσουν το πένθιμο μαύρο πανί του πλοίου με το χαρμόσυνο λευκό που τους είχε δώσει ο ίδιος ο Αιγέας ως σύμβολο της ασφαλούς επιστροφής τους. Ο άτυχος βασιλιάς που ατένιζε τη θάλασσα περιμένοντας να φανεί το αθηναϊκό καράβι, βλέποντάς το να αρμενίζει με μαύρα πανιά δεν άντεξε τη θλίψη για τον υποδηλούμενο χαμό του γιου και μοναδικού του διαδόχου και έπεσε στο κενό. Κάποιες διηγήσεις αναφέρουν ότι γκρεμίστηκε από τον βράχο της Ακρόπολης, ενώ άλλες ότι έπεσε από το Σούνιο στη θάλασσα που από τη στιγμή εκείνη ονομάστηκε Αιγαίο Πέλαγος.
 

Μ’ αυτή την τελευταία «θυσία» έκλεισε ο κύκλος της μινωικής ναυτικής κυριαρχίας και ξεκίνησε η εποχή της ακμάζουσας αθηναϊκής ναυτιλίας. Σε πολιτιστικό επίπεδο συντελέστηκε μία μεταφορά ηγεμονίας από την Κνωσό στην Αθήνα.

 

 

Ο Θησέας σκοτώνει το Μινώταυρο.

Η φήμη του Θησέα και των σημαντικών κατορθωμάτων του είχε φτάσει στην Αθήνα πριν από το νεαρό πρίγκιπα.

 

                          

Πολλοί λένε πως ο Θησέας δεν ήταν γιος του Αιγέα, αλλά του Ποσειδώνα. Μάλιστα στο πλοίο που πήγαινε το Θησέα και τα παιδιά των Αθηναίων στην Κρήτη βρισκόταν κι ο Μίνωας, που είχε πάει ο ίδιος να παραλάβει το βαρύ φόρο της Αθήνας. Εκεί βρισκόταν κι η Περίβοια, η όµορφη κόρη του βασιλιά των Μεγάρων. Ο Μίνωας, θαµπωµένος από την οµορφιά της, θέλησε να τη χαϊδέψει. Η κόρη τροµαγµένη ζήτησε βοήθεια απ’ τον Θησέα. Εκείνος θυµωµένος απείλησε το Μίνωα λέγοντάς του: «Συγκρατήσου βασιλιά, γιατί θα δοκιµάσεις τη δύναµη των χεριών µου. Κι αν είσαι γιος του ∆ία, εγώ είµαι γιος του Ποσειδώνα». Ο Μίνωας τότε παρακάλεσε το ∆ία, τον πατέρα του, κι έριξε αστροπελέκι. Κι αµέσως πέταξε το δαχτυλίδι του στη θάλασσα κι είπε στο Θησέα: «Αν είσαι γιος του Ποσειδώνα, όπως λες, φέρε το δαχτυλίδι». Σαν αστραπή ο Θησέας έπεσε στη θάλασσα. Αµέσως ήρθαν δελφίνια και τον οδήγησαν στο παλάτι του Ποσειδώνα, στο βυθό. Εκεί είδε ο Θησέας τις Νηρηίδες κι ανάµεσά τους του Ποσειδώνα τη γυναίκα, την Αµφιτρίτη. Εκείνη του έδωσε το δαχτυλίδι του Μίνωα, του έριξε στους ώµους ένα χιτώνα κατακόκκινο και στα µαλλιά του έβαλε ολόχρυσο στεφάνι. Κι έτσι ξεπρόβαλε ο ήρωας δίπλα στο καράβι χωρίς να έχει βραχεί.

 






 
 

 

Η ΑΦΙΞΗ ΤΟΥ ΗΡΩΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 

Ύστερα από όλους αυτούς τους προφανέστατα τελετουργικούς φόνους, ο Θησέας είχε ανάγκη καθαρμού. Το καθήκον αυτό ανέλαβαν άνδρες από τη γενιά των Φυταλιδών που καλωσόρισαν τον ήρωα στο σημείο που η Ιερά Οδός διασχίζει τον ποταμό Κηφισό. Οι Φυταλίδες στα πλαίσια του εξαγνισμού προσέφεραν εξιλαστήριες θυσίες στον Μειλίχιο Δία, τον Δία του Κάτω Κόσμου ολοκληρώνοντας την πρώτη επαφή του ήρωα με το χθόνιο στοιχείο. Μετά τον εξαγνισμό του ο νεαρός Θησέας ήταν έτοιμος να μπει στην Αθήνα και να διεκδικήσει την θέση του βασιλικού διαδόχου έχοντας ως διακριτικά του τα σανδάλια, καθώς και το πατρογονικό ξίφος βαμμένο με το αίμα τόσων ισχυρών αντιπάλων. Είχε περάσει επιτυχώς την πρώτη του μυητική δοκιμασία και είχε γίνει άξιος αναγνώρισης. Έφτασε, ωστόσο, στην Αθήνα ως ξένος.

Εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Αθήνα ως σύντροφος του Αιγέα η μάγισσα της Κολχίδας, η Μήδεια. Η ταυτότητα του ξένου ήταν ολοφάνερη για την εγγονή του Ήλιου με τις υπερκόσμιες δυνάμεις. Φοβούμενη ότι ο νεοφερμένος αλλά πρωτότοκος γιος θα διαδεχόταν τον Αιγέα στον θρόνο εξοβελίζοντας από τα βασιλικά προνόμια τον δικό της γιο, έπεισε τον Αθηναίο βασιλιά να θανατώσει τον ξένο προσφέροντάς του μία κούπα με δηλητηριασμένο κρασί κατά τη διάρκεια ενός θυσιαστικού δείπνου. Τη στιγμή της προσφοράς ο Θησέας τράβηξε το ξίφος του δήθεν για να τεμαχίσει το κρέας και ξαφνικά άστραψε στα μάτια του Αιγέα η αναγνώριση που τον έκανε να σπρώξει μακριά το κύπελλο με το δηλητήριο. Η Μήδεια τότε, σύμφωνα με μια διήγηση, εξαφανίστηκε μαζί με το γιο της μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο. Σε μια τέτοια θεϊκή γυναίκα δεν θα περιμέναμε να αποδοθεί μια λιγότερο εντυπωσιακή έξοδος! Αυτή πάντως δεν θα ήταν η μόνη συνάντηση του ήρωα με μια εγγονή του Ηλίου, με τη διαφορά ότι, ενώ η Μήδεια απείλησε τη ζωή του, εκείνη η δεύτερη, η Αριάδνη θα έκανε τα πάντα για να τη σώσει!


Ο Θησέας έγινε γρήγορα αποδεκτός από το λαό ως Αθηναίος βασιλικός απόγονος και διάδοχος, αλλά σφετεριστές του θρόνου δεν έπαψαν να υπάρχουν. Ο νέος εχθρός φάνηκε στο πρόσωπο του Πάλλαντα και των πενήντα γιων του, των λεγόμενων Παλλαντιδών. Ο Θησέας πληροφορήθηκε από έναν κήρυκα των Παλλαντιδών για μια ενέδρα που του είχαν στήσει και παραφυλάσσοντάς τους κατάφερε να εξοντώσει πολλούς από αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. Ο κήρυκας είχε το όνομα Λεώς (=λαός). Ο Θησέας, λοιπόν, με τη βοήθεια του «λαού» εξασφάλισε την κυριαρχία του στην Αττική. Έχοντας απαλλαγεί από τους εγχώριους εχθρούς που επιβουλεύονταν τη ζωή και την εξουσία του ο Θησέας ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει ένα θηρίο που λυμαινόταν την περιοχή του Μαραθώνα. Το θηρίο αυτό ήταν ένας ταύρος που σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν ο ίδιος εκείνος που αναδύθηκε από τη θάλασσα στη γη της Κρήτης και άναψε αφύσικο πόθο στην καρδιά της βασίλισσας Πασιφάης. Εκείνο τον ταύρο είχε φέρει ο Ηρακλής στον Μαραθώνα ύστερα από εντολή του Μίνωα. Η αποστολή αυτή του Θησέα φαίνεται να μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία προετοιμασίας για την αναμέτρηση με τον Μινώταυρο που ήταν ο καρπός της ένωσης της Πασιφάης με τον ταύρο. Ο Θησέας με απίστευτη επιδεξιότητα, ανάλογη με αυτή που επεδείκνυαν οι νεαροί Κρήτες στα ταυροκαθάψια, τιθάσευσε τον θεόσταλτο ταύρο και τον έφερε ζωντανό στην Αθήνα, όπου και τον θυσίασε στο βωμό του Δελφινίου Απόλλωνα. Έτσι εγκαινιάζεται η καταλυτική παρουσία του ταύρου στη ζωή του ήρωα, μια παρουσία που θα συνόδευε τόσο αυτόν, όσο και τις θεϊκές πριγκίπισσες της Κρήτης σε μια τραγική, παράλληλη πορεία. Λέγεται, μάλιστα, πως τα πρώτα νομίσματα που έκοψε ως βασιλιάς της Αθήνας έφεραν στη μια τους όψη μία ταυροκεφαλή. Τόσο στενή έμελλε να είναι η σχέση του ήρωα με το θεοποιημένο ζώο. 

 

Άθλος  9

Η αρπαγή της Ελένης και η κάθοδος στον Άδη

Η αρπαγή της Ελένης
αρχαίο ελληνικό αγγείο

  

Ο Θησέας ήταν ήδη πενήντα ετών, όταν έγινε ο πρώτος άρπαγας και σύζυγος της Ελένης, ενώ εκείνη δεν είχε φτάσει ακόμη σε ηλικία γάμου. Αυτή την αρπαγή, ωστόσο, δεν την έφερε μόνος του εις πέρας, αλλά με τη συντροφιά του Πειρίθου, επιστήθιου φίλου του από τη Θεσσαλία. Αποτελούσαν μαζί ένα δίδυμο αντίστοιχο των Διοσκούρων. Κάποτε οι δυο φίλοι βρέθηκαν στη Σπάρτη, όπου ο Θησέας είδε την Ελένη να χορεύει στον ναό της Ορθίας Αρτέμιδος και πόθησε να την αποκτήσει. Ο ήρωας μετά την αρπαγή οδήγησε την νεαρή νύφη στις Αφίδνες, όπου και την άφησε υπό την φροντίδα της μητέρας του Αίθρας, ενώ εκείνος αναχώρησε μαζί με τον Πειρίθου για νέες περιπέτειες. Και στην πρώτη της αρπαγή η Ελένη στάθηκε αφορμή ενός αιματηρού πολέμου, καθώς τα αδέλφια της ήρθαν να τη διεκδικήσουν και ήρθαν σε σύγκρουση με τους υπερασπιστές των Αφιδνών. Ο Θησέας τότε απουσίαζε σε μια παράτολμη επιχείρηση στον Κάτω Κόσμο. Οι Διόσκουροι κατάφεραν να πάρουν πίσω την Ελένη και μαζί της την Αίθρα η οποία μάλιστα την ακολούθησε αργότερα στην Τροία.

Η κάθοδος του Θησέα και του Πειρίθου στον Άδη είχε ως αιτία και πάλι την αρπαγή μιας γυναίκας. Αυτή τη φορά όμως η ποθητή γυναίκα ήταν η φοβερή Περσεφόνη, η μυστική Κόρη, η ίδια η κυρία του θανάτου και της αναγέννησης. Ο Πλούταρχος προσπαθεί να συγκαλύψει το αδιανόητο μιας τέτοιας επιδίωξης γράφοντας ότι ο Θησέας και ο Πειρίθους επισκέφτηκαν τον βασιλιά των Μολοσσών στην Ήπειρο, Αϊδωνέα με σκοπό να αρπάξουν την θυγατέρα του που ονομαζόταν Κόρη(!). Είναι φανερό ότι ο Πλούταρχος θέλησε είτε να εκλογικεύσει και να δώσει ανθρώπινες διαστάσεις σ’ ένα εγχείρημα καθαρά αλλοκοσμικό είτε να αμβλύνει τις όποιες εντυπώσεις από μια επιδίωξη που φάνταζε τόσο ανούσια. Οι περισσότερες διηγήσεις πάντως αναφέρουν ξεκάθαρα ότι το παράτολμο ταξίδι του Θησέα και του Πειρίθου είχε ως προορισμό του τον Κάτω Κόσμο και ως σκοπό την αρπαγή της νύφης του Άδη. Αναφέρεται μάλιστα ότι εισήλθαν στο βασίλειο των νεκρών από μία είσοδο στο ακρωτήριο Ταίναρο. Με κάποιον τρόπο ξεγέλασαν τον βαρκάρη Χάροντα και κατάφεραν, αν και ζωντανοί, να περάσουν στην απέναντι όχθη. Στα ανάκτορα του Άδη τους υποδέχτηκε ο ίδιος ο Κύριος των νεκρών. Οι δύο ήρωες προσπάθησαν να τον παραπλανήσουν σχετικά με τις πραγματικές τους προθέσεις, αλλά ο θεός φάνηκε άξιος αντίπαλος στην πονηριά. Τους έβαλε να καθίσουν σε θρόνους σκαλισμένους στο βράχο, όσο εκείνος θα τους έφερνε δώρα φιλοξενίας. Το παντοδύναμο όπλο του θεού ήταν η λήθη. Η λήθη κράτησε τους δύο επίδοξους άρπαγες αιχμάλωτους σαν μαρμαρωμένους ή αλυσοδεμένους με αόρατα δεσμά. Αυτή τη φορά ο Θησέας δεν είχε τη βοήθεια του θεϊκού θηλυκού για να οδηγηθεί ξανά στο φως. Η Περσεφόνη δεν έκανε καν αισθητή την παρουσία της. Η σιωπή και η απουσία της καταδίκασαν τον Θησέα και τον Πειρίθου.

Φυσικά οι δύο ήρωες ήταν μυημένοι, αλλιώς δεν θα κατάφερναν να φτάσουν στο σημείο που έφτασαν. Ίσως όμως υπερτίμησαν τις ικανότητές τους, καθώς το εγχείρημα που αποφάσισαν να φέρουν εις πέρας να ταξιδέψουν, δηλαδή, ζωντανοί στο βασίλειο των νεκρών και να αρπάξουν τη βασίλισσά τους, προδίδει μια αλαζονεία. Σ’ αυτή την αποστολή κίνητρο δεν υπήρξε η σωτηρία της πόλης ούτε το κοινό καλό, αλλά ένα προσωπικό καπρίτσιο. Ο Θησέας μην έχοντας καμιά θεϊκή υποστήριξη απέμεινε εγκλωβισμένος, βυθισμένος στη λησμονιά. Η Περσεφόνη θα έμενε απρόσιτη για τον θρυλικό άρπαγα γυναικών. Το ίδιο απρόσιτη είχε μείνει ουσιαστικά και η Αριάδνη. Ο Ρόμπερτ Γκρέιβς εύστοχα παρατηρεί ότι η αποστολή του Θησέα στην Κρήτη και η κάθοδος στον Κάτω Κόσμο ‘αποτελούν τα δύο μέρη ενός και του αυτού συμφυρμένου μύθου’. Ο κρητικός Λαβύρινθος με τις επτά σπείρες, το κέλτικο σπειροειδές κάστρο της Αριάνρχοντ, η κατάβαση της Ίσιδος στον Κάτω Κόσμο μέσα από επτά στάδια και ο Κάτω Κόσμος του Άδη/Πλούτωνα και της Περσεφόνης αποτελούν πτυχές της ίδιας μυθολογικής παράδοσης.

Ο μυημένος Θησέας όμως έμελλε να μείνει γνωστός για μία μόνο θριαμβευτική έξοδο, αυτή από τον Κρητικό Λαβύρινθο. Η ύβρις που είχε διαπράξει με την εισβολή του στον Κάτω Κόσμο και κυρίως με την πρόθεσή του να απαγάγει την Περσεφόνη κι έτσι να διαταράξει την κοσμική ισορροπία δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Ωστόσο, κάποια στιγμή ήρθε η σωτηρία στο πρόσωπο ενός άλλου μυημένου ήρωα, του Ηρακλή. Ο Ηρακλής μάλιστα, σύμφωνα με τον μύθο, μυήθηκε στα Ελευσίνια μυστήρια ύστερα από παρότρυνση του Θησέα. Συνάντησε τους δύο ήρωες, όταν κατέβηκε στον Άδη με σκοπό την αιχμαλωσία του Κέρβερου. Έσωσε τον καταδικασμένο Θησέα ελευθερώνοντάς τον από το βράχο, δεν μπόρεσε όμως να κάνει το ίδιο και για τον Πειρίθου. Ο πιστός φίλος του Θησέα είχε ήδη κατασπαραχθεί από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο φύλακα της πύλης του άλλου κόσμου.

 

 

Ο επίλογος

 

Ο Θησέας υπερτίμησε την ικανότητα του αθηναϊκού λαού για αυτοδιαχείριση, νομίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα του άφηνε περιθώρια και για άλλες προσωπικές του επιδιώξεις. Απελπισμένος από την αδυναμία του να επιβάλει την πειθαρχία ακόμη και με τη βία, έφυγε για το νησί της Σκύρου. Εκεί, όπως περιγράφει ο Πλούταρχος, βρήκε το θάνατο από τον βασιλιά της Σκύρου Λυκομήδη ο οποίος τον έσπρωξε από την κορυφή ενός βουνού του νησιού στο κενό. Ένας θάνατος που μοιάζει περισσότερο με εξαφάνιση παρά με θάνατο. Στη Σκύρο ή οπουδήποτε αλλού δεν βρέθηκε τάφος ή έστω κάποιο μνημείο του Θησέα. Τα υποτιθέμενα λείψανά του μεταφέρθηκαν πολύ αργότερα στην Αθήνα μετά από χρησμό της Πυθίας και τοποθετήθηκαν στο σημερινό Θησείο, το οποίο καθιερώθηκε ως τόπος λατρείας του ήρωα.

Ο Θησέας υπήρξε ο ήρωας που μυήθηκε στα Ελευσίνια και στα Κρητικά μυστήρια πολέμησε με αλλοκοσμικές δυνάμεις κατέβηκε στα έγκατα της γης, και κατάφερε το οριστικό άλμα στην θεοποίηση.

 

Σχόλια:


0 Σχόλια

Δείτε επίσης:

Γ’ Εθνοσυνέλευση
    Η Γ’ Εθνοσυνέλευση,...

Κάστρο Δαμάλα
  Πρόκειται για την...

Η γέννηση του μύθου - Θησέας ο βασιλιάς της Αθήνας
  Οι γονείς του...