Εγγραφή

 

Η γέννηση του μύθου - Θησέας ο βασιλιάς της Αθήνας

 

Οι γονείς του Θησέα ήταν η όμορφη Αίθρα, η κόρη του Πιτθέα, του βασιλιά της Τροιζήνας και ο Αιγέας, ο Βασιλιάς της Αθήνας.

Η ιστορία τους, όπως και τόσων άλλων βασιλιάδων, δε θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό που η μοίρα είχε ορίσει για τη ζωή και το θάνατο τους.

Ο Αιγέας αν και είχε παντρευτεί ήδη δύο φορές, δεν είχε ακόμα αποκτήσει διάδοχο. Μια μέρα αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι το μαντείο των Δελφών, για να συμβουλευτεί την ιέρεια του ναού του Απόλλωνα. Η Πυθία έδωσε στον Αιγέα τον παρακάτω χρησμό: «Αιγέα, πρόσεχε! Μην ανοίξεις το λαιμό του ασκού με το κρασί πριν επιστρέψεις στην Αθήνα». Ο βασιλιάς δεν κατάλαβε τι σήμαινε ο χρησμός. Παρακάλεσε για περισσότερες εξηγήσεις, μα εκείνη έμεινε σιωπηλή.
 

Στην επιστροφή ο Αιγέας θυμήθηκε πως ο βασιλιάς της Τροιζήνας Πιτθέας, σοφός και έμπειρος άνθρωπος ίσως μπορούσε να τον βοηθήσει. Ο Αιγέας πήγε στον Πιτθέα και του διηγήθηκε τι είχε ειπωθεί στο μαντείο. Ο Πιτθέας προσποιήθηκε πως δεν μπορούσε να καταλάβει τη σημασία του χρησμού, αλλά στην πραγματικότητα είχε ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό του. Ο Πιτθέας είχε μια κόρη σε ηλικία γάμου, την Αίθρα κι έτσι είδε την ευκαιρία να παντρέψει την κόρη του με τον ισχυρό άνδρα της Αθήνας. Στο γεύμα που οργάνωσε προς τιμήν του φιλοξενούμενου του το κρασί έρεε άφθονο και, σύμφωνα με τις διαταγές του βασιλιά της Τροιζήνας, το ποτήρι του Αιγέα δεν έμενε ποτέ άδειο. Ο Αιγέας δεν άργησε να μεθύσει κι έτσι κοιμήθηκε με την όμορφη Αίθρα, όπως είχε σχεδιάσει ο Πιτθέας. Εκείνο το βράδυ η Αίθρα συνέλαβε το Θησέα.

Η σύλληψη του Θησέα έγινε στο νησάκι Σφαιρία το οποίο μπορεί να προσεγγίσει κανείς και με τα πόδια από τη στεριά πατώντας επάνω σε μια σειρά από σκοπέλους. Μετά τον ιερό γάμο της Αίθρας το νησάκι ονομάστηκε Ιερά. Ο μύθος που θέλει πραγματικό πατέρα του Θησέα τον Ποσειδώνα διηγείται ότι την ώρα που περνούσε η Αίθρα πάνω από τους σκοπέλους για να συναντήσει τον Αιγέα δέχθηκε το θαλάσσιο αγκάλιασμα του θεού και συνέλαβε τον ήρωα προτού σμίξει με τον θνητό σύζυγό της. Σύμφωνα με μια άλλη διήγηση, η Αίθρα οδηγήθηκε στη Σφαιρία ύστερα από ένα όνειρο που της έστειλε η θεά Αθηνά, προκειμένου να προσφέρει θυσία στο πνεύμα του νεκρού ηνιόχου του Πέλοπα, Σφαίρου ή Μυρτίλου του οποίου το μνήμα υποτίθεται ότι βρισκόταν επάνω στο νησάκι. Τόσο η σφαίρα όσο και η μυρτιά συμβόλιζαν την γαμήλια ένωση.


Στους μύθους για την γέννηση του Θησέα πρωταγωνιστούν ο Ποσειδώνας και η Αθηνά, δύο θεοί άρρηκτα συνδεδεμένοι με την πόλη της Αθήνας. Μετά τη σειρά των χθονίων βασιλέων φαντάζει πολύ ταιριαστός ο ερχομός ενός βασιλιά γεννημένου από τη θάλασσα με τη συγκατάθεση βέβαια της προστάτιδας θεάς. Ακόμη και οι θνητοί γονείς του αποτελούν καθρεφτίσματα των δύο θεών στο γήινο επίπεδο. Η Αίθρα ήταν ιέρια της θεάς Αθηνάς και το όνομά της σημαίνει το ουράνιο φως. Το όνομα του Αιγέα φανερώνει θαλάσσια φύση καθώς ο Αθηναίος βασιλιάς υπήρξε ένα είδος αντανάκλασης του θεού Ποσειδώνα στον κόσμο των θνητών. 


 Όταν έφτασε ο καιρός που ο Αιγέας έπρεπε να επιστρέψει στην Αθήνα, το μωρό δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Πριν, όμως, φύγει από την Τροιζήνα αποφάσισε να αφήσει στον Πιτθέα δύο από τα πιο αγαπημένα του αντικείμενα: το πολύτιμο σπαθί του, που είχε λαβή από ελεφαντόδοντο, και τα αγαπημένα του χρυσά σανδάλια.

 

Αργυρό τετράδραχμο της Τροιζήνας, Ο Θησέας κυλάει το βράχο. Χάλκινο νόμισμα.

 

«Θέλω ν' αφήσω εδώ, στην πόλη όπου θα γεννηθεί ο διάδοχός μου, αυτά τα αγαπημένα μου πράγματα, θα σκάψω ένα λάκκο κάτω από ένα βράχο για να τα κρύψω και θα πρέπει να μείνουν εκεί μέχρι την ημέρα που ο γιος μου θα γίνει άντρας. Μόνο τότε θα μάθει ποιος είναι ο πατέρας του και θα του επιτρέψετε να έρθει να με βρει στην Αθήνα. Όταν τον δω να φορά τα σανδάλια μου και να κρατά το αγαπημένο μου σπαθί, θα τον αναγνωρίσω και θα τον δεχτώ στην πόλη μου με τις  τιμές που αρμόζουν σε ένα μελλο­ντικό βασιλιά». Αυτές ήταν οι οδηγίες του Αιγέα προς τον Πιτθέα...Έτσι, παρά την προφητεία της Πυθίας, ο Θησέας γεννήθηκε στην Τροιζήνα και μεγάλωσε σαν πρίγκιπας στην αυλή του παππού του.

 


 




Ο Θησέας πέρασε την παιδική του ηλικία προστατευμένος στο παλάτι του παππού του Πιτθέα. Ήταν όμως ένα παιδί που ανυπομονούσε να μεγαλώσει και να ριχτεί σε περιπέτειες.
 

Κάποτε ο Ηρακλής πέρασε απ’ την Τροιζήνα και τον φιλοξένησε στο παλάτι ο βασιλιάς Πιτθέας. Όταν κάθισαν να φάνε, ο Ηρακλής έβγαλε τη λεοντή και την άφησε στο πάτωμα. Μια παρέα παιδιών βλέποντας τη λεοντή νόμισαν ότι ήταν ζωντανό λιοντάρι  και το έβαλαν στα πόδια. Ο Θησέας ήταν 7 χρονών και νομίζοντας πως έβλεπε αληθινό λιοντάρι, άρπαξε ένα τσεκούρι κι όρμησε να το σκοτώσει. Από τότε, οι δρόμοι του Θησέα και του Ηρακλή θα διασταυρώνονταν πολλές φορές στο μέλλον. Η διαφορά με τον Ηρακλή είναι ότι ο Θησέας στους άθλους του συναντά ανθρώπους και όχι τέρατα.
 

Όταν ο Θησέας μεγάλωσε, επισκέφθηκε τον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς όπου αφιέρωσε, σύμφωνα με το έθιμο, τις παιδικές μπούκλες του. Όταν γύρισε από το ταξίδι του, η Αίθρα τού έδειξε το βράχο. Εκείνος τον σήκωσε, πήρε τα δώρα του πατέρα του και  έφυγε για την Αθήνα. Δεν θέλησε να πάει με καράβι. Προτίμησε το δρόμο της στεριάς που ήταν γεμάτος κινδύνους. Ξεπέρασε όλους τους κινδύνους που συνάντησε, νίκησε πολλούς κακοποιούς, ληστές και άγρια ζώα που τρομοκρατούσαν και σκότωναν ανθρώπους για πολλά χρόνια. Μετά οι ταξιδιώτες μπορούσαν να περνάνε πια ελεύθερα και με ασφάλεια.
 

Ο εξαγνισμός
 

Το καθήκον αυτό ανέλαβαν άνδρες από τη γενιά των Φυταλιδών που καλωσόρισαν τον ήρωα στο σημείο που η Ιερά Οδός διασχίζει τον ποταμό Κηφισό. Οι Φυταλίδες στα πλαίσια του εξαγνισμού προσέφεραν εξιλαστήριες θυσίες στον Μειλίχιο Δία, τον Δία του Κάτω Κόσμου, ολοκληρώνοντας την πρώτη επαφή του ήρωα με το χθόνιο στοιχείο. Μετά τον εξαγνισμό του ο νεαρός Θησέας ήταν έτοιμος να μπει στην Αθήνα και να διεκδικήσει την θέση του βασιλικού διαδόχου έχοντας ως διακριτικά του τα σανδάλια, καθώς και το πατρογονικό ξίφος βαμμένο με το αίμα τόσων ισχυρών αντιπάλων. Είχε περάσει επιτυχώς την πρώτη του μυητική δοκιμασία και είχε γίνει άξιος αναγνώρισης. Έφτασε, ωστόσο, στην Αθήνα ως ξένος.


Εκείνη την εποχή βρισκόταν στην Αθήνα ως σύντροφος του Αιγέα η μάγισσα της Κολχίδας, η Μήδεια. Η ταυτότητα του ξένου ήταν ολοφάνερη για την εγγονή του Ήλιου με τις υπερκόσμιες δυνάμεις. Φοβούμενη ότι ο νεοφερμένος αλλά πρωτότοκος γιος θα διαδεχόταν τον Αιγέα στον θρόνο εξοβελίζοντας από τα βασιλικά προνόμια τον δικό της γιο, έπεισε τον Αθηναίο βασιλιά να θανατώσει τον ξένο προσφέροντάς του μία κούπα με δηλητηριασμένο κρασί κατά τη διάρκεια ενός θυσιαστικού δείπνου.

 

Τη στιγμή της προσφοράς ο Θησέας τράβηξε το ξίφος του δήθεν για να τεμαχίσει το κρέας και ξαφνικά άστραψε στα μάτια του Αιγέα η αναγνώριση που τον έκανε να σπρώξει μακριά το κύπελλο με το δηλητήριο. Η Μήδεια τότε, σύμφωνα με μια διήγηση, εξαφανίστηκε μαζί με το γιο της μέσα σ’ ένα πυκνό σύννεφο. Σε μια τέτοια θεϊκή γυναίκα δεν θα περιμέναμε να αποδοθεί μια λιγότερο εντυπωσιακή έξοδος! Αυτή πάντως δεν θα ήταν η μόνη συνάντηση του ήρωα με μια εγγονή του Ηλίου, με τη διαφορά ότι, ενώ η Μήδεια απείλησε τη ζωή του, εκείνη η δεύτερη, η Αριάδνη θα έκανε τα πάντα για να τη σώσει!
 

 


 

Ο Θησέας έγινε γρήγορα αποδεκτός από το λαό ως Αθηναίος βασιλικός απόγονος και διάδοχος, αλλά σφετεριστές του θρόνου δεν έπαψαν να υπάρχουν.
 

Ο νέος εχθρός φάνηκε στο πρόσωπο του Πάλλαντα και των πενήντα γιων του, των λεγόμενων Παλλαντιδών. Ο Θησέας πληροφορήθηκε από έναν κήρυκα των Παλλαντιδών για μια ενέδρα που του είχαν στήσει και κατάφερε να εξοντώσει πολλούς από αυτούς, ενώ οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. Ο Θησέας νίκησε τους Παλλαντίδες προσαρτώντας την επικράτεια τους, ενώ σύντομα υπέταξε και όποια άλλη κοινότητα της Αττικής αντιστεκόταν.
 


 

Ο κήρυκας είχε το όνομα Λεώς. Ο Θησέας, λοιπόν, με τη βοήθεια του Λεώ εξασφάλισε την κυριαρχία του στην Αττική. Έχοντας απαλλαγεί από τους εγχώριους εχθρούς που επιβουλεύονταν τη ζωή και την εξουσία του ο Θησέας ξεκίνησε για να αντιμετωπίσει ένα θηρίο που λυμαινόταν την περιοχή του Μαραθώνα ( Άθλος 7 ). Το θηρίο αυτό ήταν ένας ταύρος που σύμφωνα με μία εκδοχή ήταν ο ίδιος εκείνος που αναδύθηκε από τη θάλασσα στη γη της Κρήτης και άναψε αφύσικο πόθο στην καρδιά της βασίλισσας Πασιφάης. Εκείνο τον ταύρο είχε φέρει ο Ηρακλής στον Μαραθώνα ύστερα από εντολή του Μίνωα. Η αποστολή αυτή του Θησέα φαίνεται να μοιάζει περισσότερο με μια διαδικασία προετοιμασίας για την αναμέτρηση με τον Μινώταυρο που ήταν ο καρπός της ένωσης της Πασιφάης με τον ταύρο. Ο Θησέας με απίστευτη επιδεξιότητα, ανάλογη με αυτή που επεδείκνυαν οι νεαροί Κρήτες στα ταυροκαθάψια, τιθάσευσε τον θεόσταλτο ταύρο και τον έφερε ζωντανό στην Αθήνα, όπου και τον θυσίασε στο βωμό του Δελφινίου Απόλλωνα. Έτσι εγκαινιάζεται η καταλυτική παρουσία του ταύρου στη ζωή του ήρωα, μια παρουσία που θα συνόδευε τόσο αυτόν, όσο και τις θεϊκές πριγκίπισσες της Κρήτης σε μια τραγική, παράλληλη πορεία. Λέγεται, μάλιστα, πως τα πρώτα νομίσματα που έκοψε ως βασιλιάς της Αθήνας έφεραν στη μια τους όψη μία ταυροκεφαλή. Τόσο στενή έμελλε να είναι η σχέση του ήρωα με το θεοποιημένο ζώο.
 

Επίσης ο  Πλούταρχος  αναφέρει πως ο  Θησέας  έκοψε  νομίσματα  με απεικόνιση  ταύρου,  κάτι  που  ισχυρίζεται και ο  Φιλόχορος.
 

Το βάρος του νομίσματος δεν  ξεπερνά τα 7 γραμμάρια και η  διάμετρός του το ένα εκατοστό. Είναι φτιαγμένο από ήλεκτρο και στην όψη του απεικονίζεται μία κεφαλή ταύρου. Χρονολογείται στον 6ο π.Χ. αιώνα.

 

 

Η μνήμη του ήρωα και το θησείο 
 

Στους ιστορικούς χρόνους, ο πρώτος που υπενθύμισε στους Αθηναίους το χρέος τους προς τον ήρωα ήταν ο Πεισίστρατος. Το 475 π.Χ., όταν ο Κίμων εξεστράτευσε κατά της Σκύρου και την κατέλαβε, άρχισε να ψάχνει όλο το νησί για να βρει τον τάφο του Θησέα. Είχε πια απελπιστεί, όταν είδε ξαφνικά έναν αετό να προσγειώνεται σε ένα λόφο, να τον σκαλίζει με τα νύχια του και να τον κτυπά με το ράμφος του. Ο Κίμων το θεώρησε θεϊκό σημάδι, έσκαψε εκεί και ανακάλυψε μία παλιά μεγάλη σαρκοφάγο και κοντά της την αιχμή μιας λόγχης και ένα ξίφος. Πίστεψε ότι ανήκαν στον Θησέα και τα μετέφερε με την τριήρη του στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι τον υποδέχθηκαν με λαμπρές τελετές και εναπόθεσαν με ευλάβεια τα λείψανα στο «Θησείον», το ηρώο που έκτισαν για τον σκοπό αυτό «εν μέσει πόλει» (κατά τον Πλούταρχο, κοντά δηλαδή στον βωμό των 12 θεών). Ακόμα, όρισαν τις 8 Πυανεψιώνος ως ημερομηνία προσφοράς της μέγιστης θυσίας, επειδή η ημέρα εκείνη ήταν η επέτειος της επιστροφής του από την Κρήτη, και τις 8 του κάθε μήνα να τιμάται η μνήμη του (ιδιαίτερα στις 8 Εκατομβαιώνος, ημερομηνία που ο ήρωας πρωτοήλθε στην Αθήνα από την Τροιζήνα).
 

Το όνομα "Αθήναι"που ισχύει μέχρι σήμερα το έδωσε ο βασιλιάς Θησέας για αυτό και οι ξένοι την ονομάζουν ATHENS και όχι ATHEN.
 Η Αθήνα ιδρύθηκε, όταν ο βασιλιάς Θησέας ένωσε σε ένα κράτος πολλούς οικισμούς της Αττικής. Και όμως μέχρι σήμερα δεν υπάρχει στην πόλη ούτε ένα άγαλμα του.


Ο Ναός του Ηφαίστου ήταν αφιερωμένος στο θεό Ήφαιστο και όχι στον Θησέα όπως λανθασμένα πιστεύουν οι περισσότεροι Αθηναίοι σήμερα, ίσως λόγω του ότι στο στο αέτωμα του ναού παριστάνεται μια Κενταυρομαχία, μάχη του Θησέα και των Λαπιθών εναντίον των Κενταύρων, ἠ κατά μια άλλη εκδοχή η μάχη του Θησέα και των Παλλαντιδών. Ο ναός άρχισε να χτίζεται ήδη από το 450 π.Χ., σίγουρα πριν από τον Παρθενώνα. Οι βόρειες και νότιες μετόπες αποδίδουν επεισόδια από τις περιπέτειες του Θησέα (γουρούνα Κρομμυώνα, Σκίρων, Κερκύων, Περιφήτης, Προκρούστης, Σίνης, ταύρος Μαραθώνα, Μινώταυρος). Στην ανατολική πρόσοψη του ναού, που βλέπει προς την Αρχαία Αγορά, ο ανάγλυφος διάκοσμος στις μετόπες απεικονίζει και τους άθλους του Ηρακλή. Είναι ένα από τα καλύτερα διατηρημένα μνημεία. Ο ναός είχε αρχίσει να χτίζεται ήδη από το 450 π.Χ  και ολοκληρώθηκε το 416 π.Χ. είναι δηλαδή του 5 π.Χ. και ανήκει στη γενιά των Μαραθωνομάχων και του Κίμωνα και όχι στο οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή. Ο λόγος που διήρκεσαν τόσο πολύ οι εργασίες στο ναό του Ηφαίστου είναι ότι με το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή δόθηκε προτεραιότητα στον Παρθενώνα από το 447 π.Χ. και στο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο από το 444 π.Χ.
 

Η κατασκευή του Ναού του Ηφαίστου ("Θησείον") αποδίδεται στον αρχιτέκτονα Ικτίνο όπως και το "Τελεστήριο" που ήταν ο κυρίως ναός της θεάς Δήμητρας, εντός του οποίου τελούνταν τα Ελευσίνια Μυστήρια. 

 

Επίσης  και ο Παρθενώνας 447-438 π.Χ. ο οποίος χτίστηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Βασισμένος και αυτός σε σχέδια του Ικτίνου, ξεκίνησε να χτίζεται το 447 π.Χ. και ήταν έτοιμος το 438 π.Χ. Έξι χρόνια μετά  ολοκληρώθηκε και ο γλυπτός διάκοσμος από τον Φειδία, ο οποίος συνεργάστηκε με τους μαθητές του, Αλκαμένη και Αγοράκριτο. Είναι ο μεγαλύτερος ναός δωρικού ρυθμού, αφού οι ναοί του Σελινούντα και του Ακράγαντα που είναι μεγαλύτεροι δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.

 

Πιθανολογείται ότι τον 7ο αιώνα έγινε η αλλαγή του αρχαίου αυτού ναού σε χριστιανικό. Το 1690 ξεκίνησε να αναφέρεται επίσημα ως χριστιανικός ναός της Αθήνας μέχρι και το 1834, αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο με το χαρακτηριστικό παρωνύμιο "Άη Γιώργης ο Ακαμάτης". Η τελευταία λειτουργία που έγινε στον Άη Γιώργη τον Ακαμάτη ήταν στις 2 Φεβρουαρίου του 1833 όταν τελέσθηκε ο πανηγυρισμός της άφιξης του Όθωνα στην Ελλάδα παρουσία των Αθηναίων και πλήθους άλλου κόσμου. Όταν η Αθήνα ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της Ελλάδας η κοινοποίηση του σχετικού βασιλικού διατάγματος έγινε σ΄ αυτόν το Ναό που ήταν και η τελευταία δημόσια προσέλευση των Αθηναίων.

 

Οι Ήρωες δεν είναι απλά θνητοί αλλά ανώτερα όντα, ανάμεσα στη φύση των  ανθρώπων και των Θεών. Η δικαιοσύνη του Διός δίνει ανώτερο κλήρο σε αυτά τα όντα. Οι Ήρωες ζουν στα όρια του Αιωνίου και της Ιστορικής γραμμικότητας.

 

 

Σχόλια:


0 Σχόλια

Δείτε επίσης:

Γ’ Εθνοσυνέλευση
    Η Γ’ Εθνοσυνέλευση,...

Κάστρο Δαμάλα
  Πρόκειται για την...

Οι άθλοι
     Ο Θησέας είναι...